BANNER

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ΑΠΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΣΕ ΜΝΗΜΟΝΙΟ


Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Δρ Νομ
    Πρόεδρος Ἐφετῶν Δ.Δ.
Περιοδικό «Θεωρία καί Πράξη Δημοσίου Δικαίου» Μάρτιος 2011
ΑΠΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΣΕ ΜΝΗΜΟΝΙΟ*
(Οἱ πτωχεύσεις ἀπό τό 1821 ἕως τό 1940)

1. Κατά τήν Ἐπανάσταση. Κατά τή διάρκεια τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, ἡ Ἑλλάδα δανειοδοτήθηκε τό 1824 μέ 800.000 λίρες στερλίνες, ἐξοφλητέες σέ 36 χρόνια. Τό χρεολύσιο ἦταν 8.000 λ. δηλ. 1% καί ὁ τόκος 5% ἐπί τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας. Ὡς ἐγγύηση γιά τήν πληρωμή τῶν τόκων δόθηκαν ὅλα τά δημόσια ἔσοδα καί γιά τό κεφάλαιο ὑποθηκεύθηκαν ὅλα τά ἐθνικά κτήματα. Ὅμως τό καθαρό ποσό πού ἐκταμιεύθηκε ἦταν 454.000 λίρες καί αὐτό μόνο θεωρητικά, διότι τό ποσό πού εἰσέρευσε ἀνῆλθε μόνο σέ 298.700 λίρες. Τό 1825 δανειοδοτηθήκαμε μέ 2.000.000 λίρες, ἀλλά τό πραγματικό ποσό πού ἐκκαθαρίστηκε ἀνῆλθε σέ 816.000 λίρες στερλίνες καί ἀπό αὐτό τελικά ἐλάβαμε μόνο 232.558 λίρες. Καί τοῦτο, διότι ὁ χορηγήσας τό δάνειο ἦταν καί ὁ διαχειριστής του. Ἡ δέ ἐκ μέρους του διαχείριση ἔλαβε διαστάσεις κραυγαλέου σκανδάλου ἀκόμη καί ἀπό τίς στῆλες τοῦ ἀγγλικοῦ τύπου. Ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ δανείου ἐκ τῶν 816.000 λ. χρησιμοποιήθηκε στό χρηματιστήριο τοῦ Λονδίνου γιά τήν ἔκδοση, ἐξυπηρέτηση καί τήν ἀπόσβεσή του (496.220 λ.). Ἕνα ἄλλο κονδύλιο (392.000 λ.) ἀπορροφήθηκε σέ στρατιωτικές δαπάνες ἐκτός τῆς Ἑλλάδος (ἀμοιβή τοῦ «σωτῆρος» ναυάρχου Κόχραν, παραγγελία ὅπλων, ἀτμοκινήτων πλοίων στήν Ἀγγλία, φρεγατῶν στίς ΗΠΑ, στό ἴδιο ναυπηγεῖο ὅπου πελάτης ἦταν ὁ θύσας καί ἀπολύσας στήν Πελοπόνησο Ἰμπραήμ). Τά δάνεια ἄν καί συνήφθησαν γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἀνεξαρτησίας μας ἐνεργοποίησαν τήν ἐμφύλια διαμάχη, ἀπό τήν ὁποία όφελήθηκε ἡ ἀγγλική πολιτική, ἐξασφαλίζοντας ὄχι μόνο τήν ἐπιρροή της στόν ἑλλαδικό χῶρο, ἀλλά καί τήν ἐξάρτηση τῆς Χώρας μας, ἀπό τήν πονηρά γηραιά Ἀλβιῶνα[1].  
Ὅταν ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀνέλαβε τό βαρύτατο ἔργο νά θεμελιώσει κράτος, βρῆκε τήν Ἑλλάδα ρημαγμένη, καταχρεωμένη καί ὑποθηκευμένη. Σέ συνομιλία μέ τόν αὐριανό του δολοφόνο Γ. Μαυρομιχάλη, πού τόν ἐπισκέφθηκε «εὐμορφοστολισμένος, βουτιμένος στό μάλαμα», τοῦ εἶπε μεταξύ ἄλλων: «….Μέ προσκαλέσατε νά θεμελιώσω κυβέρνησιν καί κυβέρνησις καθώς πρέπει, ζεῖ, εὐτυχεῖ τούς ζωντανούς, ἀνασταίνει τούς ἀποθαμένους, διότι διορθώνει τήν ζημίαν τοῦ θανάτου καί τῆς ἀδικίας. Δέ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ζεῖ τό ἔργον του, καρποφορεῖ ἄν ὁ διοικητής εἶναι δίκαιος, ἄν τό κράτος ἔχει συνείδησιν, εὐσπλαχνίαν, μέτρα σοφίας…Ποῦ τό θησαυροφυλάκιον τοῦ Ἔθνους ; Ἀκούω, ἐπουλήσατε καί τήν δεκατιάν τοῦ φετεινοῦ ἔτους, πρίν ἀκόμα σπαρθεῖ τό γέννημα. Ὁ τόπος εἶναι χέρσος, σπάνιοι οἱ κάτοικοι, σκόρπιοι εἰς τά βουνά καί εἰς τά σπήλαια. Τό Δημόσιον εἶναι πλακωμένον ἀπό δύο ἑκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, ἄλλα τόσα ζητεῖτε οἱ στρατιωτικοί, ἡ γῆ εἶναι ὑποθηκευμένη εἰς τούς Ἄγγλους δανειστάς, ἀνάγκη νά τήν ἐλευθερώσωμεν….Διά πολυετίαν ἀκόμη ἡ ζώνη τοῦ Προδρόμου πρέπει νά εἶναι ὁ στολισμός μας ὄχι χρυσοῢφαντος χλαμύδα….. Νά δέσωμεν τήν κοινωνίαν μας μέ νόμους συμφώνους μέ τό ἔθνος μας. Οὔτε ὀπίσω, οὔτε ἐμπρός τοῦ καιροῦ μας. Μέτρο καί ἄστρο εἰς δεινά ἑλληνικά, θεραπεία ἑλληνική… Ἡ νίκη θά εἶναι δική μας ἄν βασιλεύει εἰς τήν καρδίαν θεός ζηλότυπος μόνον αἴσθημα ἑλληνικόν….ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης.»[2].
Οἱ ἐγχώριοι πόροι, ἡ ἐπιβολή αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, περισυλλογῆς καί λογιστικῆς τάξεως καί λιτότητος δέν ἐπαρκοῦσαν. Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι γιά τούς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὁ ἀριθμός τῶν ὁποίων εἶχε περιορισθεῖ στούς «μάλιστα ἀναγκαιοτάτους», ἔθεσε τήν ἀρχή, λόγῳ  τῆς «χρηματικῆς δυσπορίας», πᾶς ὑπηρετῶν τό Δημόσιο δικαιοῦται ἀντιμισθία ἰσάξια τῶν προσφερομένων ὑπηρεσιῶν καί ἀπηύθυνε ἔκκληση ὅσοι μποροῦν νά παραιτηθοῦν προσωρινῶς ἤ καί ὁριστικῶς τοῦ μισθοῦ ἐν μέρει ἤ ἐν ὅλῳ καί νά ἐπιδείξουν ἐργατικότητα ὑπέρ τό κανονικόν, μέχρις ὅτου δυνηθεῖ ἡ πατρίδα νά διέλθει τίς δεινές στιγμές[3]. Ὁ Κυβερνήτης γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ δημοσιονομικοῦ προβλήματος ἀφ’ ἑνός ἐπέτυχε τήν ἀποστολή βοηθείας μηνιαίως ἀπό τή Ρωσσία 500.000 ρουβλίων καί ἀπό τή Γαλλία 500.000 φράγκων, ἀφ’ ἑτέρου ζήτησε δάνειο 60.000.000 γαλλικῶν φράγκων, γιά τήν «ὑλικήν ἐπανάρρωσιν», δηλαδή τήν ἀνασυγκρότηση τῆς οἰκονομίας. Τό αἴτημα γιά δάνειο τό διατύπωσε μέ ὑπόμνημά του πρός τίς Δυνάμεις τόν Ὀκτώβριο 1828. Τή χορήγηση συνεδύαζε μέ πρόσκληση τῶν ὁμολογιούχων τῶν δανείων τοῦ 1824 καί 1825 «εἰς ἐπιεικῆ συμβιβασμόν. Οὕτως ἡ Ἑλλάς θέλει ἐκπληρώσει τάς ὑποχρεώσεις της». Δηλαδή, θά ἀποκαθιστοῦσε τήν πίστη τῆς Χώρας, πολύτιμη γιά τό οἰκονομικό μέλλον. Μάλιστα καθόρισε τή διαδικασία τοῦ δανείου, δηλαδή, τήν ἐγγύηση τῶν Τριῶν Δυνάμεων, ἄνευ τῆς ὁποίας δέν μποροῦσε νά πραγματοποιηθεῖ. Ἡ τριμερής ἐγγύηση διασφάλιζε ὅτι καμία δύναμη δέν θά εἶχε τήν ἀποκλειστική ἐπιρροή, ἐπίσης ἀπέτρεπε τόν κίνδυνο νά ἐπιβληθεῖ μία ἐξ αὐτῶν ἐπί τῶν ἄλλων. Ἡ δολοφονία του στίς 27 Σεπτ. 1831 ἀνέκοψε τήν προσπάθειά του.
2. Ἐπί Ὄθωνος. Ὅταν οἱ Δυνάμεις ἐπέλεξαν τόν Ὄθωνα ὡς βασιλιά τῆς Ἑλλάδος, ὁ πατέρας του Λουδοβίκος ἔθεσε ὡς ὅρο τήν δανειοδότηση τῆς Ἑλλάδος. Ἔτσι, συνήφθη τό δάνειο 60.000.000 χρυσῶν φράγκων, πού εἶχε ζητήσει ὁ Καποδίστριας, σέ τρεῖς δόσεις. Ἡ δανειακή σύμβαση συνήφθη τό 1832 μεταξύ τῶν Τριῶν Δυνάμεων καί τῆς Βαυαρίας. Ἡ Ἑλλάς οὔτε ρωτήθηκε οὔτε συνέπραξε. Ὅμως τό δάνειο σπαταλήθηκε ἀπό τήν Ἀντιβασιλεία (Ἄρμανσμπέργκ, Μάουρερ, Ἔϋντεκ), εἴτε σέ ἔξοδα τοῦ Βαυαρικοῦ στρατοῦ, εἴτε χρησιμοποιήθηκε γιά τήν ἐξόφληση τοκοχρεωλυσίων καί μόνο μικρό ποσοστό διετέθη γιά τήν ἐξυπηρέτηση ἐθνικῶν σκοπῶν. Ποσό 12.531.164 φράγκων (40.000.000 γρόσια) ἐκχωρήθηκε στή Τουρκία ἔναντι τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐπαρχίας Λαμίας, καί συγκεκριμένα γιά τό τμῆμα ἀπό τίς ἐκβολές τοῦ Σπερχειοῦ μέχρι τό 275 χλμ.τῆς σημερινῆς Ἐθνικῆς Ὁδοῦ (στό ὕψος τῆς Σούρπης)[4], ἡ δέ τρίτη δόση κατακρατήθηκε γιά τά ἔξοδα τοῦ δανείου.
Μετά ἀπό ὀκτώ χρόνια, ἀπό τό 1841, οἱ δανειστές ἄρχισαν νά πιέζουν συστηματικά καί ἀφόρητα τόν Ὄθωνα γιά τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ δανείου. Μάλιστα, κατά τόν φιλέλληνα ἱδρυτή τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἐϋνάρδο (1775-1863) ἡ πίεση αὐτή ἦταν τό αἴτιο τῆς  Ἐπαναστάσεως τῆς 3ης Σεπτ. 1843.  Ὁ Ὄθων ἐξοικονόμισε 850.000 δρχ. ἀπό τίς ἀπολύσεις ὑπαλλήλων καί τή μείωση τῶν μισθῶν. Προσέφερε καί 200.000 δρχ. ἀπό τή χορηγεία του, ἀλλά οἱ Δυνάμεις δέν θεώρησαν ἐπαρκές τό ποσό. Διασκέφθηκαν στό Λονδίνο καί ἀξίωσαν οἰκονομίες 3.600.000 δρχ. Τήν ἐποχή αὐτή τά ἔσοδα τοῦ κράτους ἀνέρχονταν περίπου σέ 14.000.000 δρχ. 
Ὁ Ὄθων ἀναγκάσθηκε νά μειώσει τούς δημοσίους ὑπαλλήλους καί τόν στρατό σέ 5.000 ἄνδρες. Σταμάτησε τή χορήγηση συντάξεων καί μείωσε τίς στρατιωτικές δαπάνες κατά 60%. Ἐπιβλήθηκε προκαταβολή τοῦ φόρου εἰσοδήματος καί τῆς δεκάτης. Αὐξήθηκαν οἱ δασμοί καί τό χαρτόσημο. Ἀπολύθηκαν ὅλοι οἱ πολιτικοί μηχανικοί, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καί οἱ μισοί καθηγητές τοῦ Πανεπιστημίου. Καταργήθηκαν οἱ ὑγειονομικές ὑπηρεσίες καί οἱ διπλωματικές ἀποστολές.
Μετά τήν Ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843, πᾶσα ἐξυπηρέτηση τῶν δανείων ἀνεστάλη χωρίς νά διαμαρτυρηθοῦν ἔκτοτε οἱ Δυνάμεις, γεγονός πού ἐνισχύει τήν ἄποψη τοῦ Εϋνάρδου, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει ὅτι ἦταν τό μοναδικό αἴτιο τῆς Ἐπαναστάσεως. Τίς ἑλληνικές ὑποχρεώσεις οἱ Δυνάμεις τίς ἐνθυμοῦνταν, ὅταν ἤθελαν νά μᾶς φαίνονται δυσάρεστες καί αὐτό συνέβαινε συχνά. Τό 1847, σέ μιά τέτοια πίεση τῶν Ἄγγλων, ὁ Εϋνάρδος κατέβαλε ἐξ ἰδίων 500.000 χρυσά φράγκα.     
Ὁ Ὄθων ἦταν φειδωλός καί ἀποστρεφόταν τόν δανεισμό. Κατά τά 30 χρόνια τῆς βασιλείας του τό μόνο ἐσωτερικό δάνειο πού συνήφθη ἦταν μέ νόμο τῆς 14/26 Ὀκτωβρίου 1853, πού ἔδιδε τό δικαίωμα στήν κυβέρνηση νά ἀνοίξει στήν Ἐθνική Τράπεζα τρέχοντα λογαριασμό μέχρι 5.000.000 δρχ., ἐπί ἐνεχύρω 1.000 μετοχῶν πού ἀνήκαν στό Κράτος. Τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἔκανε χρήση ἡ κυβέρνηση, τό β΄ ἑξάμηνο τοῦ 1861 καί τόν Φεβρουάριο 1862 ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ναυπλίου[5].
   3. Ἡ πρόταση παραπομπῆς τοῦ Τρικούπη στό Εἰδικό Δικαστήριο.    Ἀπό τό 1875 καί γιά μιά εἰκοσαετία, στό πολιτικό στερέωμα μεσουρανεῖ ἡ προσωπικότητα τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, μέ κύριο ἀντίπαλο τόν Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Τό 1882 ὁ Χ.Τρικούπης σχημάτισε κυβέρνηση καί θέλησε νά δημιουργήσει σύγχρονο κράτος, ἀντάξιο τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, μέ θεσμούς καί ἔργα ὑποδομῆς (σιδηροδρομικό δίκτυο, διώρυγα Κορίνθου, ἀποξήρανση Κωπαῒδος, παραγγελία τῶν τριῶν θωρηκτῶν Ὕδρα, Σπέτσαι, Ψαρά, στρατιωτικές προμήθειες, Νομικό Συμβούλιο τοῦ Κράτους, νόμος περί προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων,  κλπ). Ἡ κυβέρνησή του ὀνομάσθηκε «μεγάλη», λόγῳ τοῦ μεγάλου ἔργου πού πραγματοποίησε καί ὄχι γιά τή διάρκειά της. Μέ μικρή διακοπή (1885-1886) ὁ Τρικούπης κυβέρνησε σχεδόν μία ὀκταετία μέχρι τό 1890. Ἡ συνεχής διακυβέρνηση τοῦ τόπου ἦταν πρωτοφανής, γιά τήν τότε ἑλληνική πολιτική ζωή. Ὁ Γεώργιος Σουρῆς διερωτᾶτο τό 1889 ἀπό τόν Ρωμιό του:"Ὡς πότε παλληκάρια,/θά ζοῦμε νηστικοί,/καί θἆναι σάν μανάρια/οἱ κυβερνητικοί" [6].
   Ἡ ἐπιβολή φόρων καί ἡ σύναψη δανείων γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ ἀναπτυξιακοῦ προγράμματός του, προκάλεσε τή λαϊκή δυσφορία καί τόν συνασπισμό τῶν ἀντιπάλων του. Στίς ἐκλογές τῆς 14ης Ὀκτωβρίου 1890, ὁ ἀποκαλούμενος ἀπό τούς ἀντιπάλους του «φορομπίχτης» ἤ «πετρέλαιος» Τρικούπης ἡττήθηκε κατά κράτος, ἀπό τόν Θεόδωρο Δηλιγιάννη (1824-1905), τοῦ ὁποίου τό πολιτικό πρόγραμμα ἦταν "Τό ἀντίθετον τοῦ κυρίου Τρικούπη" , ὅπως ἔλεγε. Ὁ Δηλιγιάννης, κυβέρνησε ἐπί  ἑνάμισυ ἔτος.
   Ὅταν περατώθηκε ἡ ἐξέλεγξη τῶν ἐκλογῶν ἀπό τήν Βουλή καί ἡ συζήτηση ἐπί τοῦ προϋπολογισμοῦ, κυκλοφόρησε ἡ φήμη, ὅτι ἡ κυβέρνηση θά κινοῦσε τή διαδικασία παραπομπῆς τοῦ Τρικούπη στό Εἰδικό Δικαστήριο. Στίς 14 Μαρτίου 1891, ὑποβλήθηκε κατηγορητήριο ἀπό 20 βουλευτές πού τοῦ κατελόγιζαν ὅτι "μέγα μέρος τῶν συνομολογηθέντων κατά τά τελευταῖα ἔτη δανείων δαπανήθηκε ἐναντίον τῆς ἐπισήμου πιστοποιήσεως τῆς πρώην κυβερνήσεως, εἰς ἄλλους σκοπούς παρά τούς ὑπό τῶν σχετικῶν νόμων ὡρισμένους".        
   Ὁ Δηλιγιάννης ἐμφανίστηκε ἀμέτοχος τοῦ κατηγορητηρίου καί ὑποστήριξε, ὅτι θά προχωρήσει ἡ διαδικασία παραπομπῆς. Ὅμως, ἀπό τήν ἐξέλιξη ἀποδείχθηκε, ὅτι δέν εἶχε τήν πρόθεση νά παραπεμφθεῖ ὁ Τρικούπης σέ δίκη. Στίς 21 Μαρτίου 1891 διεξήχθη ψηφοφορία ἐπί τῆς προτάσεως γιά τή συγκρότηση ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπί 91 ψηφισάντων (οἱ ὑπουργοί δέν ψήφισαν, ὅπως ποτέ δέν ψήφιζαν οἱ ὑπουργοί κατ' ἔθιμο στή ψηφοφορία γιά ψῆφο ἐμπιστοσύνης στήν Κυβέρνηση) 64 ἦσαν ὑπέρ τῆς παραπομπῆς καί 27 κατά.
   Κατά τήν ἔκθεση τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς πού συγκροτήθηκε μετά ἀπό ὀκτώ μῆνες, τόν Νοέμβριο 1891, ἀπόκειται στή Βουλή ἡ ἀπόφαση περί τῆς παραπομπῆς ἤ μή εἰς δίκην τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καί Οἰκονομικῶν (Τρικούπη) γιά τήν προμήθεια ἀρβυλῶν καί καττυμάτων [σόλες], γιά τή μή ἐκτέλεση τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καθώς καί γιά τήν παράνομη διάθεση τῶν δανείων.
Ὅταν ἡ Βουλή συζήτησε στίς 10 Φεβρουαρίου 1892 τήν Ἔκθεση τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ Δηλιγιάννης ἀναγνώρισε, ὅτι δέν ἀπέτρεψε τούς φίλους του νά καταθέσουν τήν πρόταση παραπομπῆς. Ἀρνήθηκε ὅμως κάθε κατηγορία ἐναντίον του, ὅτι διανοήθηκε μέ τήν παραπομπή νά θέσει ἐκτός ἀνταγωνισμοῦ τούς πολιτικούς του ἀντιπάλους καί στό τέλος θυμήθηκε τό ἐθνικό συμφέρον. "Μοί ἐφάνη, εἶπε, ὅτι προῆκεν (δηλ. προέχει) ἡ παρρησία, καί ὅτι ἔπρεπε νά ὁμιλήσω δημοσίᾳ πρός τούς πολιτικούς φίλους ἡμῶν, πρός τήν πλειοψηφίαν καί νά παρακαλέσω αὐτήν νά φανῇ μεγάθυμος πρός τό συμφέρον τοῦ κράτους, λησμονοῦσα παραβάσεις τῶν νόμων, τάς ὁποίας φιλαρχία ἀξιοκατάκριτος διέπραξε καί σώζουσα πάντα τά πολιτικά συμφέροντα τοῦ κράτους ἀπό πάσης ζημίας, ἥτις ἐνδεχόμενον ἦτο νά ἐπέλθῃ. Τήν συμβουλήν καί τήν παράκλησιν ταύτην ἀπευθύνων εἰς τήν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἔχων δέ πλήρη πεποίθησιν ἐπί τόν πατριωτισμόν αὐτῆς, ἐλπίζω ὅτι θέλει εἰσακουσθῇ ἡ φωνή μου". Κατόπιν αὐτοῦ, ἡ Βουλή ἀποφάσισε κατά πλειοψηφία νά μήν ἀπαγγελθεῖ κατηγορία κατά τοῦ Τρικούπη καί τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν. Ἡ ἐφημερίδα Ἀκρόπολις δημοσίευε στίς 11 Φεβρουαρίου: «..Ἡ Βουλή διά τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἐξήνεγκε τήν ἰδίαν της καταδίκην».
Ἡ ἐπί ἕνα ἔτος ἀπασχόληση τῆς κυβερνήσεως Δηλιγιάννη μέ τήν παραπομπή τοῦ Τρικούπη καί ἡ καταβαράθρωση τῶν οἰκονομικῶν, ὁδήγησαν τόν βασιλιά Γεώργιο Α΄νά ζητήσει τήν παραίτηση τῆς κυβερνήσεως μία ἑβδομάδα μετά (στίς 17 Φεβρουαρίου 1892). Ὁ Δηλιγιάννης συγκάλεσε τό Ὑπουργικό Συμβούλιο, στήν οἰκία του καί ἀρνήθηκε νά παραιτηθεῖ, διότι εἶχε τήν ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς.
   Ἀναγνώρισε ὅμως στόν βασιλιά τό δικαίωμα νά διορίζει καί νά παύει τούς ὑπουργούς. Ἑρμήνευσε δηλαδή τήν ἀρχή τῆς δεδηλωμένης ὄχι μόνο θετικά, ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τήν ἀνάθεση σχηματισμοῦ κυβερνήσεως, ἀλλά καί ἀρνητικά, ὅτι μόνο ἡ ἀπώλεια τῆς δεδηλωμένης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς παρέχει στόν ἀνώτατο ἄρχοντα τό δικαίωμα νά παύσει τήν κυβέρνηση. Μάλιστα ὁ Δηλιγιάννης ἐπιβεβαίωσε τήν πλειοψηφία του. Ἐπί συνόλου 150 βουλευτῶν ἐψήφισαν 83 καί ἀπό αὐτούς 78 ψήφισαν ὑπέρ, ἐνῶ οἱ πέντε ὑπουργοί,  δέν ψήφισαν.
Ὁ Γεώργιος Α', δέν περίμενε καί τήν ἴδια ἡμέρα πού ἐπεβεβαίωσε τήν πλειοψηφία του ὁ Δηλιγιάννης, κάλεσε τόν Τρικούπη, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπεκρότησε τήν ἐνέργεια τοῦ βασιλιά, διότι ἀπομάκρυνε καταφώρως ἀνεπαρκές ὑπουργεῖον, ἀρνήθηκε νά σχηματίσει κυβέρνηση καί εἰσηγήθηκε ἐκλογές ἀπό ἄχρουν κυβέρνηση (δηλαδή ὑπηρεσιακή). Ὁ Γεώργιος ἔπαυσε τήν κυβέρνηση Δηλιγιάννη καί ἀνέθεσε τήν πρωθυπουργία στόν πρόεδρο τῆς Βουλῆς, βουλευτή Ἀρκαδίας Κωνσταντόπουλο, τή διενέργεια ἐκλογῶν. Ὁ Δηλιγιάννης ξεσήκωσε τόν λαό, πού διαδήλωνε "Κάτω ὁ βασιλιάς, Ζήτω ὁ λαός", ἐνῶ οἱ Τρικουπικοί δημιούργησαν ἀντιδιαδήλωση, ὑπέρ τοῦ βασιλέως[7].
   4. «Δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν». Ἡ Βουλή διαλύθηκε, ἔγιναν ἐκλογές τίς ὁποῖες κέρδισε ὁ Τρικούπης ἀλλά ὁδήγησαν μετά ἀπό ἕνα ἔτος στό "Δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν» καί στόν Διεθνῆ Οἰκονομικό Ἔλεγχο.  Ἀλλά πῶς φθάσαμε ἐκεῖ ;
Ὁ Τρικούπης, γιά τό μεγαλόπνοο πρόγραμμά του εἶχε βασίσει τήν πολιτική του στή φορολογία καί στόν ἐξωτερικό καί ἐσωτερικό δανεισμό, πού θά ἐξυπηρετεῖτο ἀπό τήν ἀπόδοση τῶν ἔργων. Ἔχει σημειωθεῖ[8], ὅτι ὁ ἐξωτερικός δανεισμός εἶναι ὑγιής ὅταν ἀφορᾷ σέ παραγωγικές δαπάνες. Ἀλλά γιά νά εἶναι ἐπιτυχής πρέπει νά ἀποδώσουν ἐγκαίρως τά μέλλοντα νά ἐκτελεσθοῦν παραγωγικά ἔργα. Ὁ Τρικούπης ἔπεσε ἔξω στούς ὑπολογισμούς του ὡς πρός τόν χρόνο ἀποδόσεως. Ἀναλαμβάνοντας τήν ἐξουσία, βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ τήν σταφιδική κρίση καί τήν κρίση τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου, πού εἶχε ἀντίκτυπο σέ ὅλα τά εὐρωπαϊκά κράτη. Ἐν ὄψει τῆς δημοσιονομικῆς καταστάτασεως, ἐφάρμοσε πρόγραμμα αὐστηροτάτων οἰκονομιῶν. Ἐπέβαλε δυσβάστακτους φόρους, ἀλλά παράλληλα ἀναζήτησε δανειστές γιά νά ἀναστείλει τήν οἰκονομική κατάρρευση. Στήν προσπάθειά του νά βρεῖ δανειστές ζήτησε ἀπό τήν Ἀγγλία (ἡ ὁποία στήριζε τόν Τρικούπη) καί ἦρθε ὁ Ἐδουάρδος Λῶ, πού συνέταξε ἔκθεση, (δέν δημοσιεύθηκε ποτέ), μέ σκοπό τήν ἐπισκόπηση τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καί τή δυνατότητα πραγματοποιήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατά τόν Λῶ, ἡ δυσχέρεια τῆς Ἑλλάδος ὀφείλετο στή μείωση τῶν ἐσόδων καί καί στή μή περιστολή τῶν δαπανῶν καί ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν. Γιά τίς τελευταῖες ἔφταιγε καί ὁ Δηλιγιάννης, πού ἐπί ὀκτώ μῆνες (1885-1886) διετήρησε τήν ἐπιστράτευση, λόγῳ τῆς πραξικοπηματικῆς ἐνσωματώσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρουμελίας στή Βουλγαρία[9]. Ὁ Λῶ εἰσηγήθηκε τήν αὔξηση τῆς φορολογίας, τή βελτίωση τοῦ συστήματος εἰσπράξεως τῶν φόρων καί μείωση τῆς κυκλοφορίας τοῦ χρήματος. Γιά τήν παροχή δανείου ἐξέταζε ποιές ἐγγυήσεις ἔπρεπε νά δοθοῦν στούς ὁμολογιούχους, χωρίς νά γίνεται μνεία περί ἐλέγχου.
Ὅμως ὁ Τρικούπης ἐπίστευε ὅτι ἐάν ἀκολουθοῦσε τίς ὑποδείξεις τοῦ Λῶ, θά ὁδηγοῦσε τή χώρα στήν ἀνεργία, τή μετανάστευση, ἄν ὄχι καί σέ πολεμική περιπέτεια. Καί ὅλα αὐτά τά ὑπέστη ἡ χώρα μέχρι τό 1909.
Οἱ Γάλλοι δανειστές πού εἶχαν ἀντίθετα συμφέροντα μέ τούς Ἄγγλους, ἰσχυρίσθηκαν ὅτι ἐξαπατήσαμε τόν Λῶ. Τούς Γάλλους κεφαλαιούχους ἐκπροσωποῦσαν ἐδῶ ὁ Συγγρός μέ τόν Βλαστό, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωκαν τήν πτώχευσή μας γιά νά πετύχουν τήν παραχώρηση προνομίου γιά τήν ἵδρυση τῆς «Τραπέζης τοῦ Κράτους» καί μέσω αὐτῆς τόν ἔλεγχο τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου.
Οἱ ὅροι πού ἐπέβαλαν οἱ Ἄγγλοι κεφαλαιοῦχοι γιά τή χορήγηση τοῦ δανείου ἦσαν ὑπερβολικοί. Μεταξύ αὐτῶν, ἦταν ὁ ἔλεγχος τῶν εἰσπράξεων ἀπό τούς δανειστές καί ἡ δανειακή σύμβαση νά μήν ἐγκριθεῖ ἀπό τή Βουλή, ἀλλά νά κυρωθεῖ ἀπό τόν βασιλιά Γεώργιο, μέ ἁπλό βασιλικό διάταγμα. Αὐτό ἡ ἀντιπολίτευση τό κατήγγειλε καί θεώρησε τούς ὅρους τοῦ δανείου ἀτιμωτικούς καί ἐπιβουλευομένους τήν ἐθνική κυριαρχία καί ἀνεξαρτησία. Φυσικά ἡ Γαλλική πλευρά τῶν κεφαλαιούχων συντάχθηκε μέ τήν ἀντιπολίτευση.
Ὁ Συγγρός ἔπεισε τόν Γεώργιο ὅτι μέ τούς ὅρους τοῦ δανείου ἐθίγετο ἡ ἐθνική κυριαρχία καί ἐάν ὑπέγραφε τό διάταγμα ἀναποφεύκτως ἀνελάμβανε βαρύτατες ἱστορικές εὐθύνες. Ἔτσι, ὁ βασιλιάς δέν ἐκύρωσε τό δάνειο καί ὁ Τρικούπης παραιτήθηκε, διότι θεώρησε ὅτι οἱ προσπάθειές του ἔπεφταν στό κενό[10].
Τόν διαδέχθηκε ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος γιά νά ἀποτρέψει τήν πτώχευση ἔλαβε κάποιο δάνειο ἀπό τούς Ἄγγλους, μέ ἐξαιρετικά βαρεῖς ὅρους. Κεφαλοποίησε τούς τίτλους πού χρωστοῦσε ἡ Ἑλλάδα καί μετέτρεψε τά τοκομερίδια τῆς προηγούμενης δεκαετίας σέ τίτλους νέου δανείου 100 ἑκατομμυρίων. Οἱ τίτλοι αὐτοί ὀνομάσθηκαν «Σκρίπ» καί θεωρήθηκαν ἀπάτη καί συγκεκαλυμένη πτώχευση. Ὁ Σωτηρόπουλος μετά ἀπό 6 μῆνες παραιτήθηκε καί ὁ Τρικούπης τόν Ὀκτώβριο 1893 σχημάτισε τήν τελευταία του κυβέρνηση, ἡ ὁποία συνδέθηκε μέ τήν πτώχευση τῆς χώρας.
Πρώτη μέριμνα τοῦ Τρικούπη ἦταν ἡ ἀκύρωση τοῦ δανείου τῆς κυβερνήσεως Σωτηροπούλου καί ἡ σύναψη νέων δανείων πρός ἐξυπηρέτηση τῶν παλαιῶν. Κατά τή σχετική συζήτηση στή Βουλή, ὁ Δηλιγιάννης τοῦ ὑπενθύμισε ὅτι δύο φορές στό παρελθόν τοῦ ἐπεσήμανε: «Δανείζεσαι, δανείζεσαι. Δέν συλλογίζεσαι τήν ἡμέραν κατά τήν ὁποίαν θά ζητήσεις νά δανεισθεῖς καί δέν θά εὑρίσκεις δανειστάς;». Καί πράγματι, αὐτή τή φορά βρῆκε τίς πόρτες κλειστές. Ἡ πηγή τοῦ κακοῦ βρισκόταν στήν πληθωρική κυκλοφορία τῶν τραπεζογραμματίων. Ἡ αἰσιοδοξία γιά τήν προοπτική τῆς οἰκονομίας, ἀπό τήν ἀπόδοση τῶν μεγάλων ἔργων καί ἡ συνεχής κοπή τοῦ νομίσματος εἶχαν ὁδηγήσει τόν λαό σέ δαπάνες ἀνώτερες τῶν προσόδων του. Τήν ἀντιπληθωριστική πολιτική πού εἶχε ἀκολουθήσει ὁ Τρικούπης τό 1885 δέν μποροῦσε νά έφαρμόσει ὑπό τίς συγκεκριμένες συνθῆκες.
Συνεπείᾳ αὐτῶν κατέθεσε νομοσχέδιο τήν 1 Δεκεμβρίου 1893 μέ τό ὁποῖο ζητοῦσε νά ἐπιτραπεῖ στήν κυβέρνηση νά διαπραγματευθεῖ μέ τούς ὁμολογιούχους δανειστές μας τό τοκοχρεωλύσιο καί τίς ἐγγυήσεις. Ἡ ἀγόρευση τοῦ Τρικούπη προανήγγειλε τήν πτώχευση. Ἐξήγησε τήν ἀνάγκη διαπραγματεύσεως καί συνάψεως νέου δανείου γιά νά καταστεῖ δυνατή ἡ ἀπόσυρση ἀπό τήν κυκλοφορία τοῦ πλεονάζοντος χαρτονομίσματος.
Ἡ ἀντίδραση ἦταν ζωηρότατη. Ὁ Δημήτριος Ράλλης ἐπικαλέσθηκε τόν ξένο τύπο καί ἐξέφρασε φόβο γιά ξενική κατοχή καί κατάσχεση τῶν θωρηκτῶν. Ὁ Ἀθαν. Εὐταξίας μίλησε γιά δολία χρεωκοπία, καί κατέληξε:«Τό χάος τό οἰκονομικόν θά μᾶς ἀγάγει ἀναγκαίως εἰς διεθνῆ οἰκονομικόν ἔλεγχον». Στίς 10 Δεκεμβρίου 1893 ὁ Τρικούπης ἀναγνώρισε ἀπό τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν». Ἡ φράσις αὐτή δέν καταγράφεται στά Πρακτικά, ἀλλά τό βεβαιώνει στά Ἀπομνημονεύματά του ὁ Συγγρός πού ἦταν βουλευτής, ὄτι ἄκουσε νά τήν ἐκφέρει ὁ Τρικούπης ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του. Τέλη τοῦ 1893, τό δημόσιο χρέος ἀπό τά δάνεια ἀνερχόταν συνολικά στά 643 ἑκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα καί ἀντιπροσώπευε περίπου τό 150% τοῦ ἐτησίου ἀκαθαρίστου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τῆς Χώρας.
Μέ τούς ψηφισθέντες νόμους στίς 9 καί 10 Δεκεμβρίου, κηρύχθηκε ἡ ἐξωτερική πτώχευση τῆς χώρας, ἀκυρώθηκε τό δάνειο Σωτηροπούλου καί ἐπετράπη στήν κυβέρνηση νά διαπραγματευθεῖ τά εἰς χρυσόν δάνεια μέ τούς ὁμολογιούχους. Μέχρι τόν ὁριστικό διακανονισμό ὁρίσθηκε ὅτι τά τοκομερίδια τῶν δανείων περιορίζονταν στό 30%, ἀναστέλλετο ἡ ἐξυπηρέτηση χρεολυσίου καί οἱ πρόσοδοι πού εἶχαν παραχωρηθεῖ ὡς ἐγγύηση ἀπό τό κράτος γιά τή λήψη δανείων θά ὑπάγονταν στό Δημόσιο Ταμεῖο.
Ἡ ἀναγγελία τῆς πτωχεύσεως προκάλεσε θύελλα στό ἐξωτερικό. Οἱ δανειστές μας στό Λονδῖνο, Παρίσι καί Βερολίνο ζητοῦσαν ἐγγυήσεις πού ἔθιγαν τήν ἑλληνική κυριαρχία καί τήν ἐπιβολή Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου ἐπί τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀξιοπιστία τῆς χώρας μας ἦταν ἀνύπαρκτη καί στό ἐξωτερικό «ντρεπόταν κανείς νά πεῖ ὅτι εἶναι Ἕλλην»[11].
Ὁ Ἀνδρέας Συγγρός, σχολιάζοντας τήν πτώχευση, παρετήρησε ὅτι ἡ πτώχευση ἔχει τήν τέχνη της. Καί ἡ πτώχευση ἦταν ἄτεχνη. Καί τοῦτο, διότι, κατά τόν Σπ. Μαρκεζίνη, ὁ Τρικούπης ὁρίζοντας ὅτι θά κατέβαλε τό 30% τῶν τοκομεριδίων ἔδιδε τήν ἐντύπωση ὅτι ἦταν δυνατόν νά δώσει περισσότερα. Θά ἦταν προτιμότερο νά ἀναστείλει τό πᾶν, ὥστε νά διαπραγματευθεῖ ἀπό τό μηδέν. Τήν ἀναστολή πάσης πληρωμῆς εἶχε συμβουλεύσει ὁ Βλαστός ἀπό τό Παρίσι, ἀλλά ὁ Τρικούπης δικαιολογημένα δυσπιστοῦσε πρός αὐτόν.
Ὅλο τό 1894 καταναλώθηκε σέ διαπραγματεύσεις μέ τούς δανειστές μας.  Ὁ Τρικούπης ματαίως τούς διαβεβαίωνε ὅτι εἶχε τό ἀπαιτούμενο συνάλλαγμα γιά τήν καταβολή ὅλων τῶν τοκομεριδίων τῆς νέας διαρρυθμίσεως. Τούς δανειστές μας στήριζε καί ἡ ἀντιπολίτευση πού μιλοῦσε γιά καθολική πτώχευση. Ἡ ἔννοια τῆς συναινέσεως ἦταν ἄγνωστη. Στό πλευρό τῆς ἀντιπολιτεύσεως τάχθηκε καί ὁ βασιλιάς, πού ἀποστρεφόταν τόν Τρικούπη, ἀλλά τόν ἀνεχόταν, ὅταν κέρδιζε τίς ἐκλογές.
Μοναδικό στήριγμα τοῦ Τρικούπη ἦταν ἡ μικρομεσαία τάξη, διότι προστάτευσε τούς ἐνοικιαστές, καθιστώντας ἀδύνατη τήν ἔξωση τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν, ὅπως καί οἱ ἔμποροι καί οἱ μικροβιοτέχνες πού εἶχαν εὐνοηθεῖ ἀπό τή συνεχῆ ὑποτίμηση τῆς δραχμῆς καί τήν κατάργηση τῶν διαπυλίων τελῶν (διοδίων).
Ἀρχές τοῦ 1895 ὁ Τρικούπης παραιτήθηκε καί ὅταν ἔχασε τίς ἐκλογές τοῦ Ἀπριλίου 1895 ἀπεχώρησε τῆς πολιτικῆς ἐγκατασταθείς στή Νίκαια τῆς Γαλλίας ὅπου ἔζησε μέ τή σύνταξή του τῶν 504 δραχμῶν καί τή βοήθεια τοῦ πλούσιου ἐξαδέλφου του Γ. Μαυροκορδάτου. Ἐκεῖ ἀπεβίωσε τόν Μάρτιο 1896, σέ ἡλικία 64 ἐτῶν. Τά τελευταία του λόγια ἦσαν: «Λυποῦμαι βαθύτατα ὅτι ἀποθνήσκω εἰς ξένην γῆν».
 Ὁ Δηλιγιάννης, πρωθυπουργός ὤν καί μικρόψυχα φερόμενος, ἀρνήθηκε νά στείλει πλοῖο γιά τή μεταφορά τῆς σοροῦ, τήν ὁποία μετέφερε ἡ ἀδελφή του Σοφία, δαπάναις τοῦ ἐξαδέλφου τους. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐψάλη στό ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας, παρουσίᾳ τοῦ βασιλέως. Ἡ Βουλή καί ἡ Κυβέρνηση ἔλαψαν διά τῆς ἀπουσίας των. Ἐτάφη στό Α΄Νεκροταφεῖο δίπλα στούς γονεῖς του Σπυρίδωνα καί Αἰκατερίνη Τρικούπη. Τό 1916 τόν ἀκολούθησε ὁ ἀδελφή του Σοφία. Οἱ ἀπέριττοι τάφοι τους διακρίνονται ἀπό τούς ἰσάριθμους ξύλινους σταυρούς. Ὅμοια μικρόψυχα φέρθηκε ὁ Δηλιγιάννης μετά ἀπό τρία χρόνια ὅταν ἐπί πρωθυπουργίας Γεωργίου Θεοτόκη, ἡ Βουλή κατά τή ψήφιση συντάξεως πρός τή Σοφία Τρικούπη, ἀμφισβήτησε ὅτι ὁ Τρικούπης προσέφερε ὑπηρεσίες στήν πατρίδα του. Λέγεται, ὅτι ἡ συμπεριφορά τοῦ Δηλιγιάννη πρέπει νά ἐξηγηθεῖ, στό ὅτι ἡ Σοφία Τρικούπη στά νιάτα τους δέν ἀνταποκρίθηκε στόν ἔρωτα του.
Ὁ Θ. Δηλιγιάννης δολοφονήθηκε στά σκαλοπάτια τῆς Βουλῆς πρωθυπουργός ὤν, τόν Μάϊο τοῦ 1905 σέ ἡλικία 82 ἐτῶν, ἀπό τόν χαρτοπαίκτη Κωσταγερακάρη, διότι διέταξε τό κλείσιμο τῶν χαρτοπαικτικῶν λεσχῶν.
5. Ὁ Διεθνής Οἰκονομικός Ἔλεγχος. Ἡ ἄτεχνη πτώχευση ὁδήγησε στόν ἀτυχῆ ἑλληνοτουρκικό πόλεμο (4 Ἀπριλίου-6 Μαῒου 1897), καί στήν ἐπιβολή Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου (ΔΟΕ). Ὁ πόλεμος προῆλθε ὡς συνέπεια τῆς Κρητικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1895, τῶν τουρκικῶν σφαγῶν στίς μεγάλες πόλεις τῆς Κρήτης, τοῦ φιλοπόλεμου πνεύματος πού εἶχε καλλιεργήσει ἡ Ἐθνική Ἑταιρεία, διά τοῦ λαϊκισμοῦ καί τῆς δημαγωγίας, καί τῆς ἀρνήσεως τῆς Γερμανίας πρός ἐγκαθίδρυση στήν Κρήτη αὐτόνομου καθεστῶτος, πρός τό ὁποῖο συμφωνοῦσαν οἱ ἄλλες Δυνάμεις. Ἡ δέ ἑλληνική ἥττα[12] ἐπῆλθε διότι διεξήχθη μέ ἀνεκπαίδευτο στρατό (ἀξιωματικούς καί ὁπλίτες), μέ «ἀνίππους ἴλας ἱππικοῦ, μέ πυροβόλα χωρίς ἐμπύρια» κατά τήν ἔκφραση τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη[13], καί λόγῳ τῆς διπλωματικῆς ἀπομονώσεως τῆς πτωχευμένης Ἑλλάδος.
Πίσω ἀπό τήν Τουρκία ἦταν ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία εἶχε ἐκπαιδεύσει καί στελεχώσει τόν τουρκικό στρατό μέ γερμανούς ἐπιτελικούς ἀξιωματικούς καί εἶχε ζημιωθεῖ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο δανειστή, λόγῳ τῆς πτωχεύσεως. Καί τοῦτο, διότι οἱ Γερμανοί κεφαλαιοῦχοι κατεῖχαν τή μεγαλύτερη ποσότητα τῶν ἑλληνικῶν χρεογράφων. Ἡ ἄποψη αὐτή θεμελιώνεται κατά τόν Ἀ. Ἀνδρεάδη, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι μετά τήν ἐπιβολή τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ  Ἐλέγχου, ἡ Γερμανία ἀδιαφόρησε γιά τό Κρητικό Ζήτημα καί γιά τήν φιλελληνική λύση του. Ἐπιπλέον ὁ Κάϊζερ ἐπεδίωκε τήν ἀνατροπή τοῦ βασιλέως Γεωργίου Α΄ καί τήν ἀνάρρηση στόν θρόνο τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου, νυμφευμένου μέ τήν ἀδελφή του Σοφία καί θαυμαστοῦ τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ. Ἐνήργησε δέ καί πολιτικά, διότι ταπεινώνοντας τήν Ἑλλάδα, πού ἀπειλοῦσε τήν ἀκεραιότητα τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας μέ τήν Μεγάλη Ἰδέα, κολάκευε τήν Τουρκία, ἡ φιλία τῆς ὁποίας ἦταν ἀπαραίτητη στήν γερμανική πολιτική πρός ἀνατολάς καί εἰδικώτερα πρός τά πετρέλαια τοῦ σημερινοῦ Ἰράκ.
Μέ τήν Προκαταρκτική Συνθήκη Εἰρήνης (6/18 Σεπτ. 1897), ἡ Ἑλλάδα ὑπέκυψε ὡς ἡττημένη στίς θελήσεις τῶν Δυνάμεων καί τῶν ὁμολογιούχων. Στό ἄρθρο 2 τῆς Συνθήκης ὁρίσθηκε ὅτι ἡ πληρωμή τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως πρός τήν Τουρκία (95 ἑκατ. χρυσά φράγκα) θά γινόταν χωρίς νά θιγοῦν τά «κεκτημένα δικαιώματα τῶν παλαιῶν δανειστῶν τῆς Ἑλλάδος, κατόχων ὁμολογιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου χρέους. Πρός τόν σκοπόν τοῦτον θέλει ἱδρυθεῖ ἐν Ἀθήναις Διεθνής Ἐπιτροπή τῶν μεσολαβησασησῶν Δυνάμεων. Ἡ ἑλληνική κυβέρνησις θέλει ἐπιτύχει τήν ψήφισιν νόμου, ἐγκριθέντος προηγουμένως ὑπό τῶν Δυνάμεων, κανονίζοντος τήν λειτουργίαν τῆς Ἐπιτροπῆς δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ εἴσπραξις καί διάθεσις προσόδων ἐπαρκῶν διά τήν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως καί τῶν ἄλλων ἐθνικῶν χρεῶν θά τεθῇ ὑπό τόν ἀπόλυτον ἔλεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς». Ἡ μείωση τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας εἶναι καταφανής.   
Στήν Ἀθήνα ἀφίχθη ἀντιπροσωπεία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων (Ἀγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Αύστρία, Ἰταλία, Ρωσσία) γιά τήν ἐπιβολή τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου. Κύριο λόγο εἶχαν ὁ Ἐδουάρδος Λῶ, ὁ Γάλλος Ντυμπουά καί ὁ Ἰταλός Μπόντιο, διάσημος οἰκονομολόγος καί στατιστικός. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ὁρίσθηκε, ὁ Ἕλλην διοικητής τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καθηγητής τοῦ Ἀλληλοεθνοῦς (Διεθνοῦς) καί τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου Στέφανος Στρέϊτ (1835-1920), ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε ἐπί τούτου ὑπουργός Οἰκονομικῶν, στήν κυβέρνηση τοῦ Ἀλεξάνδρου Ζαῒμη (1855-1936).
Οἱ δυσχερεῖς συζητήσεις μέ τόν Στέφανο Στρέϊτ ἄρχισαν τόν Σεπτέμβριο 1897 καί περατώθηκαν τόν Ἰανουάριο 1898. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, μέ ἐπικεφαλῆς τή Γερμανία διέκειτο δυσμενῶς. Ἡ Ἀγγλία καί ἡ Ἰταλία πού ἀποτελοῦσαν τήν μειοψηφία διέκειντο εὐνοϊκά. Ὁ Λῶ ἀγωνίσθηκε ὑπέρ τῆς Ἑλλάδος ἔχοντας τή βοήθεια τοῦ Στρέϊτ καί τοῦ πρωθυπουργοῦ Ἀλεξάνδρου Ζαῒμη, οἱ ὁποῖοι κατά τόν Ἀνδρέα Ἀνδρεάδη «ἐπέτυχαν πολλά ἐφαρμόσαντες πολιτικήν ἀπολύτου εἰλικρινείας, κατακτήσαντες οὕτω τήν ἐμπιστοσύνην τῶν Δυνάμεων». Χάρη στίς ἱκανότητες τοῦ Στρέϊτ, ὁ Διεθνής Οἰκονομικός Ἔλεγχος μετατράπηκε ἀπό ἔλεγχο τοῦ κράτους, σέ ἔλεγχο τῆς Ἐταιρείας Διαχειρίσεως Ὑπεγγύων Προσόδων, πού συνεστήθη ἐπί τούτου, περιορίζοντας τίς συνέπειες τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου.
Εἰκάζεται, ὅτι ἡ εὐμένεια τοῦ Λῶ (1846-1908) ὀφείλεται στό ὅτι, ὁ ἰρλανδικῆς καταγωγῆς στρατιωτικός, εἶχε ὑπηρετήσει στήν ἐδῶ ἀγγλική πρεσβεία καί πρίν ἀπό πέντε χρόνια (1893) εἶχε νυμφευθεῖ τήν ἐκπάγλου καλλονῆς Αἰκατερίνη Χατζηανέστη, ἑτεροθαλῆ ἀδελφή τοῦ ἐκτελέσθεντος τό 1922 στρατηγοῦ.
Τόν Φεβρουάριο 1898 ψηφίσθηκε καί δημοσιεύθηκε ὁ νόμος ΒΦΙΘ’ (2519), πού ἐκύρωσε τή συμφωνία. Ὁ νόμος, ἄν καί ἀπέβλεπε στό συμφέρον τῶν ὁμολογιούχων δανειστῶν μας, περιεῖχε διατάξεις εὐνοϊκές γιά τήν ἑλληνική οἰκονομία. Ὅπως, διατάξεις πού περιόριζαν τήν ἀναγκαστική κυκλοφορία καί οὕτω βοηθοῦσαν τή νομισματική σταθερότητα καί τήν ἐξωτερική ἀξία τῆς δραχμῆς. Ἐπίσης, μέ τόν ἔλεγχο ἐμπεδώθηκε ἡ ἑλληνική πίστη, ὥστε νά ὑπάρχει ἡ δυνατότητα συνάψεως νέων δανείων, ἀναγκαίων τά ἑπόμενα χρόνια[14].
 Στήν Ἀθήνα ἐγκαταστάσθηκε ἡ Διεθνής Οἰκονομική Ἐπιτροπή (Comission Financiere Internationale), ὅπως μετονομάσθηκε ὁ Διεθνής Οἰκονομικός Ἔλεγχος, ἐπί τό εὐηχότερον, ὡς «ὄζων δουλείας»,  μέ ἕνα ἀντιπρόσωπο ἀπό κάθε Μεγάλη Δύναμη, πού ἤλεγχε τήν εἴσπραξη καί διάθεση τῶν ἐσόδων γιά τήν πληρωμή τῶν χρεῶν καί γενικώτερα γιά τή συμμόρφωση πρός τίς συμβατικές μας ὑποχρεώσεις[15]. Ἡ ΔΟΕ ἄρχισε νά λειτουργεῖ τόν Ἀπρίλιο 1898. Ἕδρευε ἀρχικά στήν ὁδό Στησιχόρου καί Διοχάρους (νῦν Βασ. Γεωργίου Β’).  Ἤλεγχε τά ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ἀπό τά εἴδη μονοπωλείου (ἅλας, πετρέλαιο, σπίρτα, παιγνιόχαρτα, σιγαρόχαρτα, σμύριδα Νάξου), ἀπό τά δικαιώματα ἐπί τοῦ καπνοῦ, τά τέλη χαρτοσήμου τόν φόρο καταναλώσεως οἰνοπνεύματος καί τούς εἰσαγωγικούς δασμούς τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ὑπολογιζόμενα σέ 39.600.000 δρχ. ἐτησίως. Σέ περίπτωση πού δέν ἐκαλύπτετο τό ποσό, προβλέπονταν ἐπικουρικές ἐγγυήσεις ἀπό τούς δασμούς τῶν τελωνείων Λαυρίου, Πατρῶν, Βόλου καί Κερκύρας ὑπολογιζόμενους σέ 7.200.000 δρχ. Μετά τό 1912, προστέθηκαν καί οἱ δασμοί τῶν  τελωνείων Χανίων, Ἠρακλείου, Σάμου, Χίου, Μυτιλήνης, Θεσσαλονίκης, Πατρῶν.     
Τά παλαιά δάνεια κατετάγησαν σέ τρεῖς κατηγορίες μέ διαφορετικό τόκο. Ὁ ἐλάχιστος ἐτήσιος συνολικός τόκος ὑπολογίσθηκε σέ 8.750.000 χρυσές δραχμές, δηλαδή 14.500.000 χάρτινες δρχ. Γιά τήν ἐξασφάλιση τῆς πολεμκῆς ἀποζημιώσεως πού ὀφείλαμε πρός τήν Τουρκία καί γιά τήν ἐν γένει ἐκκαθάριση τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, οἱ Προστάτιδες Δυνάμεις (Ἀγγλία, Γαλλία, Ρωσσία) ἐγγυήθηκαν ἀλληλεγγύως τήν ἔκδοση ἐξωτερικοῦ δανείου 170.000.000 χρυσῶν φράγκων, μέ τόκο 2,5%, ἀπό τά ὁποῖα 150.000.000 δόθηκαν ἀμέσως. Τό δάνειο συνήφθη ὑπό συνθῆκες καί ὅρους ἰδιαιτέρως εὐνοϊκούς γιά μᾶς[16]. Ἐξ ἄλλου, οἱ προσλήψεις, ἀπολύσεις, μεταθέσεις καί προαγωγές τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρεσιῶν, ἁρμοδίων γιά τήν εἴσπραξη τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ὑπέκειντο στήν ἔγκριση τῆς Δ.Ο.Ε.
Ὅταν ἔγιναν γνωστοί οἱ ὅροι τῆς Συνθήκης κρίθηκαν βαρύτατοι, προπάντων ἡ καθιέρωση τοῦ ΔΟΕ, διότι φαινόταν ἐκβιαστική καί μάλιστα ἀπό τίς Δυνάμεις, στίς ὁποῖες ἡ Ἑλλάδα, μετά τήν ἥττα της εἶχε ἀναθέσει τήν ὑπεράσπιση τῶν συμφερόντων της. Ὅμως οὐαί τοῖς ἡττημένοις.
Ἔπειτα ἀπό χρόνια, θά ἀποδειχθεῖ ὅτι ὁ ΔΟΕ παρά τή μείωση τῆς ἐθνικῆς μας κυριαρχίας ὠφέλησε τήν ἐθνική οἰκονομία νά ἐξυγιανθεῖ. Μπορέσαμε νά διεξαγάγουμε τόν Μακεδονικό ἀγώνα, καί ὁ Βενιζέλος ὅταν ἦρθε τό 1910, βρῆκε ἀπόθεμα 10.000.000 δρχ. γιά τούς Βαλκανικούς πολέμους.
Τό 1942, ἡ ἀγγλική κυβέρνηση δήλωσε στόν πρωθυπουργό Ἐμμ. Τσουδερό ὅτι συμφωνοῦσε στήν κατάργηση τοῦ ΔΟΕ. Ὅταν ἡ ἑλληνική κυβέρνηση τοῦ Γ. Παπανδρέου ἐγκαταστάθηκε στήν Ἰταλία τόν Αὔγουστο τοῦ 1944, ἀπέρριψε τήν ἄφιξη στήν ὑπό ἀπελευθέρωση Ἑλλάδα τοῦ τελευταίου προπολεμικοῦ ἄγγλου ἀντιπροσώπου στήν ΔΟΕ, Huge Jones. Ἐπιτράπηκε νά ἔρθει μόνο γιά τήν τακτοποίηση ὑπηρεσιακῶν θεμάτων τοῦ ΔΟΕ, πού μετεγκαταστάθηκε σέ διαμέρισμα ἐπί τῆς ὁδοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ 14. Ὁ ἄγγλος ἀντιπρόσωπος ζήτησε νά μήν ἀπολυθεῖ τό προσωπικό, ἀλλά νά μεταταγεῖ σέ ὑπηρεσίες τοῦ Δημοσίου. Ὅμως, στή Διάσκεψη Εἰρήνης στό Παρίσι τό 1946, ὁ Ἕλλην ἐκπρόσωπος συνηγόρησε ὑπέρ τῆς παραμονῆς τοῦ ΔΟΕ, μέ ἀποκλεισμό τῆς Ἰταλίας. Τό 1951, ὁ πρωθυπουργός Σοφ. Βενιζέλος δήλωσε ἀπό τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι «ὁ Ἔλεγχος θεωρεῖται κατηργημένος». Τελικά, τό 1978, ἐπί ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Ἀθαν. Κανελλόπουλου, μέ νόμο καταργήθηκε καί τυπικά ἡ Διεθνής Οἰκονομική Ἐπιτροπή.
6. Ἡ πτώχευση τοῦ 1932.  Ἀναφέρθηκε ἤδη, ὅτι ὁ ἐξωτερικός δανεισμός εἶναι ὑγιής ὅταν ἀφορᾷ σέ παραγωγικά ἔργα πού θά ἀποδώσουν ἐγκαίρως. Διότι τότε μόνο ἐπιτυγχάνεται αὐτάρκεια καί ἐξοικονομεῖται συνάλλαγμα γιά τίς εἰσαγωγές, πού αὐξάνονται λόγω τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας[17].
Ὅταν ὁ Βενιζέλος ἀνέλαβε τήν πρωθυπουργία τό 1928, ἡ οἰκονομική κατάσταση, τήν ὁποία παρέλαβε ἦταν καλή, κατά τόν ἴδιο, ἄν καί πρίν ἀπό ἕνα ἔτος ἡ Δημοσιονομική Ἐπιτροπή τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν (ΚτΕ, προκατόχου τοῦ ΟΗΕ) σέ ὑπόμνημά της τόνιζε ὅτι στήν Ἑλλάδα «ἐπικρατεῖ βαρύ χρέος τοῦ κράτους»[18]. Συνέχισε τό ἐπενδυτικό ἔργο τῶν προκατόχων του (ἰδίως τῶν κυβερνήσεων Μιχαλακοπούλου καί Παγκάλου) καί δανειοδοτήθηκε γιά τήν ἐκτέλεση μεγάλων-μεγαλόπνοων ἔργων (ἀποστραγγιστικῶν, ὑδραυλικῶν, ὁδοποιῒας). Ἀπό τῆς ἐμφανίσεως του στήν πολιτική σκηνή εἶχε σκοπό: «Νά δημιουργήσωμεν μίαν μεγάλην Ἑλλάδαν, ἰσχυράν καί πλουσίαν, ἱκανήν νά προστατεύῃ τόν Ἕλληνα πολίτην ὁπουδήποτε τῆς γῆς εὑρισκόμενον, δυνάμενον ὑπερηφάνως νά λέγῃ Εἶμαι Ἕλλην». Ἀτύχησε, στό τέλος τῆς τετραετίας, διότι ἐπῆλθε ἡ παγκόσμια οἰκονομική κρίση (τό κράχ τῶν ΗΠΑ στίς 19 Ὀκτωβρίου 1929), τῆς ὁποίας τά ἀποτελέσματα ἦρθαν στήν Ἑλλάδα τό 1931, ὅταν τά μεγάλα παραγωγικά ἔργα ἦσαν ἐν ἐξελίξει καί δέν εἶχαν ἀρχίσει νά ἀποδίδουν.
Μέχρι τό 1931, ἡ χώρα μας ἐμφανιζόταν ἀλώβητη. Ἡ Δημοσιονομική Ἐπιτροπή τῆς ΚτΕ διαπίστωνε ὅτι «ἡ οἰκονομική καχεξία ἥτις ἐγένετο αἰσθητή καί ἐν Ἑλλάδι δέν ἐπηρέασε τήν ἰσχυράν θέσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ἡ Ἑλλάδα εἶχε ἐπιτύχει, χάρις καί στίς ἱκανότητες τοῦ μέχρι τό 1928 ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν Γ. Καφαντάρη, νομισματική σταθερότητα. Συνδεδεμένη ἀπό τό 1927 μέ τόν χρυσοῦν κανόνα, μέ τήν ἰσοτιμία  1 λίρα=375 δραχμές καί τήν οἰκονομία μας νά ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀγγλική χρηματαγορά, ἡ Διεθνής Χρηματαγορά ἦταν πρόθυμη νά μᾶς δανειοδοτήσει καί τά χρηματόγραφά μας στά ξένα Χρηματιστήρια εἶχαν ὑψωτική τάση. Τό δημόσιο χρέος κατά τήν τετραετία 1928-1931 εἶχε μειωθεῖ κατά 11% καί ὅλοι ἤλπιζαν ὅτι ἡ χώρα μας θά ἔβγαινε ἀπό τό τοῦνελ τῆς διεθνοῦς κρίσεως μέ ἐλάχιστες ἀπώλειες[19].
Ὅταν τόν Σεπτ. 1931 ἡ Ἀγγλία ἐγκατάλειψε τόν χρυσοῦν κανόνα, ἡ εἴδηση ἔπεσε ὡς κεραυνός στήν Ἑλλάδα. Τό πρῶτο μέτρο πού ἐλήφθη  ἦταν ἡ σύνδεσή μας μέ τό δολλάριο (1 δολ.=77,05 δρχ), Μέρος τοῦ καλύμματος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος μετατράπηκε σέ δολλάρια, μέ ἀποτέλεσμα νά ζημιωθεῖ 400.000 χρυσές λίρες, λόγῳ διατηρήσεως συναλλάγματος ἐπί Λονδίνου[20], γεγονός πού ὁδήγησε σέ παραίτηση τόν Διοικητή της Ἀλέξανδρο Διομήδη καί τή διαδοχή του ἀπό τόν Ἐμμ. Τσουδερό. Ὁ Βενιζέλος αἰσιοδοξοῦσε ὅτι θά ξεπερνούσαμε τήν νομισματική κρίση, διότι ὁ προϋπολογισμός ἦταν ἀπολύτως ἰσοσκελισμένος. Ὅμως, ἡ κρίση δημιούργησε ρεῦμα δυσπιστίας πρός τή δραχμή καί ὅσοι μποροῦσαν ἐπεδίωξαν νά μετατρέψουν τά κεφάλαιά τους σέ χρυσό ἤ σέ ξένο συνάλλαγμα. Τό κάλυμμα σέ χρυσό τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κατῆλθε στό 41% (κατώτερο ὅριο ἀσφαλείας 40%) καί ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστική κυκλοφορία τῆς δραχμῆς. Τά ἔσοδα τοῦ Κράτους τό 1932 μειώθηκαν κατακόρυφα, διότι μειώθηκαν οἱ ἐξαγωγές μας (γεωργικά προϊόντα καί μετάλλευμα), τό ἐξωτερικό χρέος ἀντιστοιχοῦσε στό 150% περίπου τοῦ ἐτησίου ἀκαθαρίστου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος (ὅπως καί τό 1893)[21], ἡ κερδοσκοπία εἰς βάρος τῆς δραχμῆς αὐξήθηκε καί ὁ ἀνταγωνισμός μεταξύ Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καί Ἐθνικῆς Τραπέζης πῆρε ἐπικίνδυνες διαστάσεις. Ἡ κερδοσκοπία ὀφείλεται στό ὅτι ἡ κυβέρνηση καθυστέρησε νά λάβει μέτρα, τά ὁποῖα τά ἔλαβε ὀκτώ μῆνες μετά τήν ἀγγλική ὑποτίμηση. Καί τοῦτο, διότι ἡ κυβέρνηση δεσμευμένη ἀπό τό πρωτόκολλο τῆς Γενεύης τῆς 15ης Σεπτ. 1927, πού εἶχε ἐπιβάλλει τήν νομισματική σταθερότητα, συνδέοντάς μας μέ τόν χρυσοῦν κανόνα, πίστευε, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψή του καί ἡ ἐπιστροφή στό καθεστώς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καί τῆς νομισματικῆς ἀστάθειας ἦταν καταστροφική γιά τή Χώρα μας. Γι’ αὐτό θέλησε νά διαφυλάξει πάσῃ θυσίᾳ τή νομισματική σταθερότητα[22].
Τήν ἄνοιξη τοῦ 1932, ὁ Βενιζέλος δήλωσε πώς ἡ ἔλλειψη ξένου συναλλάγματος, πού ἔπληττε τήν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, καθιστοῦσε ἀδύνατη τή συνέχιση τῶν πληρωμῶν τοῦ δημοσίου χρέους καί ὅτι θά πλήρωνε περιορισμένα ποσά γιά τόκους. Τήν ἐποχή αὐτή, ἡ ἐξυπηρέτηση τοῦ ἐξωτερικοῦ μας χρέους ἀπορροφοῦσε τό 40% τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ καί τό 81 % τοῦ συναλλάγματος ἀπό τίς ἐξαγωγές μας. 
Ὁ Βενιζέλος προσέφυγε στή Δημοσιονομική Ἐπιτροπή τῆς ΚτΕ, ζήτησε πενταετῆ ἀναστολή τῶν χρεωλυτικῶν πληρωμῶν καί δάνειο 50 ἑκατ. δολλαρίων σέ 4 ἰσόποσες δόσεις, γιά νά ὁλοκληρώσει τά δημόσια ἔργα, ὥστε νά κινηθεῖ ἡ οἰκονομία. Ὁ ὑποδιοικητής τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας, πού ἦρθε ἐξουσιοδοτημένος ἀπό τήν ΚτΕ, χαρακτήρισε τόν συνδυασμό «ὁλοτελῶς ἀδύνατο», ὅτι «τό πρόβλημα ἔπρεπε νά λυθεῖ στηριζόμενη ἡ Ἑλλάδα στούς δικούς της πόρους», ἄν καί «ἡ κατάσταση ἐγγίζει ταχέως τήν χρεοκοπία, ὀφειλομένη στόν ὑπερδανεισμό καί στήν ὑπερσπατάλη»[23].
Ἡ Δημοσιονομή Ἐπιτροπή τῆς ΚτΕ συμβιβαζόταν μέ ἐτήσια ἀναστολή πληρωμῶν καί δάνειο 2.000.000 λιρῶν. Τό Συμβούλιο τῆς ΚτΕ δέχθηκε τήν ἀναστολή πληρωμῶν μόνο γιά ἕνα χρόνο. Κατά τά λοιπά παρέπεμπε τήν Κυβέρνηση σέ ἀπευθείας ἐπαφή μέ τούς κατόχους τῶν ἑλληνικῶν χρεογράφων. Ἡ κρίση ἀπό νομισματική μεταβλήθηκε σέ δημοσιονομική. Κατά τή δραματική συνεδρίαση τῆς ΚτΕ ὁ Βενιζέλος προφητικά εἶπε :«Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐάν ἀφήσετε ἀβοήθητα τά μικρά κράτη, μαῦρο μέλλον ἀναμένει τήν Εὐρώπη»[24]. Καί δέν εἶχε ἄδικο. Ὁ Χίτλερ καραδοκοῦσε. 
Ἡ στάση πληρωμῶν, ἐν ὄψει ὅτι τό κάλυμμα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δέν ὑπερέβαινε τά 2.300.000 δολλάρια, ἦταν ἡ μοναδική διέξοδος[25]. Τήν 1η Μαῒου 1932 κηρύχθηκε χρεοστάσιο. Τό δεύτερο δεκαήμερο κῦμα ἀπεργιῶν κατέκλυσε τήν χώρα. Ἡ πλέον σκληρή ἀπεργία ἦταν τῶν Τριατατικῶν (ΤΤΤ=Ταχυδρομεῖα, Τηλέγραφος, Τηλέφωνα). Διεκόπησαν ὅλες οἱ ἐπικοινωνίες. Ἀκόμη καί οἱ λαχειοπῶλες ἀπήργησαν, διότι ἦταν μικρό τό κέρδος τους. Ἡ φτώχεια καί ἡ ἐξαθλίωση ἄγγιξε τούς μικρομεσαίους. Ὁ κοσμάκης ἔρριξε ἰδέες σωτηρίας. Ἄλλος, οἱ παντρεμένοι νά προσφέρουν τίς βέρες, ἄλλος νά ἀπολυθοῦν οἱ γυναῖκες ἀπό τό Δημόσιο, ἄλλος τά κουτιά τῶν τσιγάρων νά περιέχουν ἕνα λιγότερο, πού θά περιέρχεται στό κράτος[26].
Καί σέ ὅλα αὐτά προστέθηκε καί ἡ Λωζάννη. Τόν Ἰούνιο 1932 ἔληξε ἡ ἀναστολή, πού εἶχαν ἐπιβάλει οἱ ΗΠΑ, τῶν πληρωμῶν, γιά πολεμικές ἐπανορθώσεις τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στή Λωζάννη συνῆλθε διάσκεψη καί ἡ Γερμανία ἐπέτυχε νά παραμείνει ὀφειλέτις, ἀλλά νά μήν πληρώσει οὔτε μάρκο στούς δικαιούχους. Καί ἡ Ἑλλάς ἦταν ὑποχρεωμένη νά πληρώσει πολεμικά χρέη 153.900.000 δρχ. ἐνῶ ἐδικαιοῦτο νά λάβει 396.194.500 δρχ. τά ὁποῖα δέν θά εἰσέπραττε.
Μέ ὑπουργό Οἰκονομικῶν τόν διεθνοῦς φήμης καθηγητή Πολιτικῆς Οἰκονομίας στό Ἐθνικό Πανεπιστήμιο Κυριάκο Βαρβαρέσο (1884-1957), πού ἀνέλαβε στίς 26 Ἀπριλίου 1932, διαδεχθείς τόν παραιτηθέντα Γ. Μαρῆ, ἡ κυβέρνηση Βενιζέλου ἐγκατέλειψε καί τυπικά τή νομισματική σταθερότητα ἐπιβάλλοντας τήν ἀναγκαστική κυκλοφορία, καί ἔλαβε σωστικά προστατευτικά μέτρα. Περιέκοψε δραστικά τίς δαπάνες τῶν δημοσίων ἔργων. Δέν ἐθίγησαν ὅμως οἱ συντάξεις, οὔτε ἡ ἄμυνα, οὔτε ἡ ἐκπαίδευση, ὅπως καί ἡ ἐξυπηρέτηση τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου χρέους. Περιορίσθηκαν μέ νόμο οἱ εἰσαγωγές, ἀναδιαρθρώθηκε ἡ γεωργία, θεσπίσθηκε τό κλήριγκ καί ὑποτιμήθηκε ἡ δραχμή κατά 60% ἔναντι τῶν ξένων νομισμάτων. Παρά τήν ὑποτίμηση οἱ τιμές τῶν ἐγχωρίων προϊόντων ἀνέβηκαν μόνο κατά 13,4%.
Συνοπτικά, τά μέτρα τῆς κυβερνήσεως Βενιζέλου θεμελίωσαν ἕνα σύστημα προστασίας καί ἐνθαρρύνσεως τῆς ἐγχώριας παραγωγῆς[27]. Κατά τόν Ξ. Ζολώτα, δημιουργήθηκε «θερμοκηπική ἀτμόσφαιρα ζωηρᾶς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως»[28]. Ἡ ἀνάθεση τοῦ ὑπουργείου Οἰκονομικῶν στόν ἐξωκοινοβουλευτικό καθηγητή ἔδωσε ἀφορμή στόν Π. Τσαλδάρη νά ἐρωτήσει τόν Βενιζέλο:«Δέν εἶναι φθορά τοῦ Κοινοβουλίου ὅταν ἔχετε τά 4/5 τῶν βουλευτῶν καί δέν ἔχετε τά ἀναγκαῖα πρόσωπα νά καταρτίσετε κυβέρνησιν;»[29].
Ἀπό τό ἑπόμενο ἔτος (1933) παρατηρήθηκε ἔντονη οἰκονομική δραστηριότητα καί ἐπαναπατρισμός κεφαλαίων ἀπό τό ἐξωτερικό. Ἡ χωρίς προηγούμενο διείσδυση ξένου κεφαλαίου, πού συνδυάσθηκε μέ τή σύναψη δανείων καί τήν ἑδραίωση τοῦ κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ, συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν ἐκβιομηχάνιση, στή διόγκωση τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς[30] καί στήν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καί ἀγορᾶς[31]
Καί ὁ Δ.Ο.Ε. ; Λόγω τῆς στάσεως πληρωμῶν, εἶχε συσσωρευθεῖ στήν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος μεγάλο δραχμικό περίσευμα ἀπό τά ἔσοδά του. Τόν Ἀπρίλιο 1932 ἀνερχόταν σέ 432 ἑκατομμύρια καί τέλος 1932,  σέ 2.858 ἑκατ. δρχ. Ἡ Ἑλλάδα μέ τό Συμβούλιο τῶν Ξένων Ὁμολογιούχων καί τήν Ἐπιτροπή Δανείων τῆς ΚτΕ συμφώνησαν: 1) γιά δύο χρόνια καταβολή σέ συνάλλαγμα τό 30% τῶν τόκων τῶν εἰς χρυσόν δανείων καί ἀναστολή τοῦ χρεολυσίου, 2) ἀποδέσμευση τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ. Πρόκειται γιά τή γνωστή ὡς «Συμφωνία Βαρβαρέσου».
Τήν πτώχευση πλήρωσε ὁ Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος ἡττήθηκε στίς ἐκλογές τοῦ Σεπτεμβρίου 1932, πού διεξήχθησαν, λόγῳ λήξεως τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Εἶχε προηγηθεῖ τόν Μάρτιο, ἀπό τόν Βενιζέλο πρόταση σχηματισμοῦ Οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως ὑπό τήν προεδρία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως Π. Τσαλδάρη, προφανῶς μέ τήν σκέψη τοῦ ἐπιμερισμοῦ τῆς ἀποφάσεως περί πτωχεύσεως, ἀλλά ἀπέτυχε λόγῳ ἀρνήσεώς του, διότι δέν ἤθελε νά χρεωθεῖ τήν πτώχευση. Ἐπίσης, εἶχε παρεμβληθεῖ τόν Ἰούλιο, ἡ κυβέρνηση τοῦ Ἀλεξ. Παπαναστασίου, ἡ ὁποία παραιτήθηκε μετά ἀπό μία ἑβδομάδα. Ὅλοι οἱ μετέπειτα ὑπουργοί Οἰκονομικῶν προσπάθησαν νά ἀποφύγουν τούς ἐλλειμματικούς προϋπολογισμούς. Ἐλλειμματικός ἔγινε ὁ προϋπολογισμός μετά τό 1937, ἐπί Μεταξᾶ, λόγῳ τοῦ ἐπανεξοπλισμοῦ μέ δανεισμό.
 Στήν περίπτωση τοῦ Βενιζέλου, ὅπως καί τοῦ Τρικούπη, βραχυπρόθεμα ἐδεινοπάθησε ἡ Χώρα, ἀλλά μακροπρόθεσμα ὀφελήθηκε. Καί τοῦτο διότι, στά παραγωγικά ἔργα τοῦ Τρικούπη βασίσθηκε ὁ Βενιζέλος τό 1910. Καί χωρίς τά παραγωγικά ἔργα τοῦ 1928 δέν θά ὑπῆρχαν οἱ προϋποθέσεις νά ἀντιμετωπισθεῖ τό 1940, ἀλλά καί σ’ αὐτά βασίσθηκε ἡ μεταπολεμική ἀπό τό 1952 ἀναγέννηση[32]. Ἐπιμύθιον: Ἡ Ἱστορία δέν διδάσκει, γι’ αὐτό ἐπαναλαμβάνεται. Ἤ μᾶλλον διδάσκει,  ἐφόσον θέλουμε νά διδαχθοῦμε.  


Δεν υπάρχουν σχόλια: